Προλακτίνωμα

Τι είναι το προλακτίνωμα;

Πρόκειται για ένα καλοήθη όγκο των λακτοτρόφων κυττάρων της υπόφυσης που προκαλεί υπερέκκριση προλακτίνης.

Πώς διαγιγνώσκεται;

Η διάγνωση είναι κλινική και επιβεβαιώνεται με τον παρακλινικό έλεγχο που περιλαμβάνει μέτρηση των επιπέδων της προλακτίνης στον ορό και απεικονιστικό έλεγχο υπόφυσης. Σε αρκετές περιπτώσεις η διάγνωση είναι δύσκολη, γιατί τα αίτια της υπερπρολακτιναιμίας είναι πολλά και συνήθη, ενώ δεν είναι σπάνια η απεικόνιση ενός μη ορμονοεκκριτικού αδενώματος της υπόφυσης που μπορεί να ανιχνευθεί με τυχαίο τρόπο στο 10% των ατόμων που κάνουν MRI υπόφυσης.

Πόσο συχνό είναι;

Το προλακτίνωμα αποτελεί το 30-40% των αδενωμάτων της υπόφυσης που διαγιγνώσκονται κλινικά και απαντά με συχνότητα 1/1000 άτομα του γενικού πληθυσμού. Η διάγνωσή του είναι συχνότερη σε ηλικίες 20-40 ετών, γιατί στις ηλικίες αυτές αναγνωρίζονται εύκολα τα συμπτώματα υπογοναδισμού που προκαλεί. Στις γυναίκες η διάγνωση είναι σχετικά γρήγορη, λόγω των διαταραχών της εμμήνου ρύσεως που προκαλεί, ενώ στους άνδρες καθυστερεί, γι’αυτό και το μέγεθός του κατά τη διάγνωση είναι μεγαλύτερο.

Τι συμπτώματα προκαλεί;

Η υπερπρολακτιναιμία προκαλεί τυπική συμπτωματολογία στους άνδρες και στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά συνήθως όχι στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, τα συμπτώματα σχετίζονται με τις συγκεντρώσεις προλακτίνης στον ορό. Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης (>100ng/ml) συνήθως προκαλούν γαλακτόρροια, υπογοναδισμό και ελαττωμένη έκκριση οιστραδιόλης, με συνέπεια την αμηνόρροια, τις χαρακτηριστικές εξάψεις ή/και εφιδρώσεις, την ξηρότητα του κόλπου και μακροπρόθεσμα οστεπόρωση. Μετρίως αυξημένα επίπεδα προλακτίνης (50 έως 100ng/ml) μπορεί να σχετίζονται με αμηνόρροια ή ολιγομηνόρροια, ενώ ηπίως αυξημένα συνήθως με ήπια προγεστερονική ανεπάρκεια, με συνέπεια τη «βράχυνση» του δεύτερου μισού του κύκλου στη γυναίκα. Ήπια υπερπρολακτιναιμία μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα, ακόμα και με φυσιολογική έμμηνο ρύση και οι γυναίκες αυτές μπορεί να αποτελούν μέχρι το 20% των περιπτώσεων που διερευνώνται για υπογονιμότητα.

Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η υπερπρολακτιναιμία δεν προκαλεί κλινική συμπτωματολογία, εκτός αν οφείλεται σε μεγάλο αδένωμα της υπόφυσης που προκαλεί κεφαλαλγίες ή διαταραχές στην όραση.

Στους άνδρες, οι αυξημένες συγκεντρώσεις προλακτίνης μπορεί να προκαλέσουν ελαττωμένη libido, διαταραχές στύσεων, ανικανότητα, υπογονιμότητα και διαταραχές σπέρματος, γυναικομαστία και σπάνια γαλακτόρροια.

Ποια είναι η θεραπεία;

Η υπερπρολακτιναιμία που οφείλεται σε προλακτινώματα αντιμετωπίζεται με αγωνιστές ντοπαμινεργικών υποδοχέων (καμπεργολίνη, βρωμοκρυπτίνη, κιναγολίδη, περγολίδη).

Η θεραπεία έχει διάρκεια τουλάχιστον 2 έτη και μπορεί να διακοπεί αν οι συγκεντρώσεις της προλακτίνης επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα και η μαγνητική τομογραφία υποφύσεως καταδείξει εξαφάνιση ή ελάττωση του μεγέθους του αδενώματος >50%. Σε αντίθετη περίπτωση εξετάζεται και η πιθανότητα χειρουργικής αφαίρεσης του αδενώματος διασφηνοειδικά.

Η χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται και σε περιπτώσεις γυναικών με πολύ μεγάλα λακτοτρόφα αδενώματα που επιθυμούν κύηση.

Η ακτινοθεραπεία ενδείκνυται κυρίως ως συμπληρωματική αγωγή, για τον έλεγχο του μεγέθους ενός μακροαδενώματος, το οποίο παραμένει υπολειμματικό, μετά διασφηνοειδική εκτομή.

Η αντιμετώπιση της υπερπρολακτιναιμίας που οφείλεται σε άλλους όγκους της υπόφυσης-υποθαλάμου-εγκεφάλου συνίσταται στη χειρουργική εξαίρεση της μάζας και αν δεν υπάρχει πλήρης ανταπόκριση, σε χορήγηση αγωνιστών ντοπαμινεργικών υποδοχέων.

Τι περιλαμβάνει η παρακολούθηση του προλακτινώματος;

Οι ασθενείς που ξεκινούν αγωγή με φάρμακα εκτιμώνται κλινικά και με μέτρηση επιπέδων προλακτίνης ένα μήνα αργότερα, προκειμένου να τιτλοποιηθεί η δόση του φαρμάκου. Ο απεικονιστικός έλεγχος με MRI υπόφυσης γίνεται κάθε έτος ή πιο σύντομα (3μηνη παρακολούθηση) σε περιπτώσεις ασθενών με μακροπρολακτίνωμα (μέγεθος αδενώματος>10χιλ) που δεν ανταποκρίνεται στην αγωγή ή παρουσιάζουν νέα συμπτώματα. Έλεγχος των οπτικών πεδίων γίνεται κλινικά, αλλά και με τη βοήθεια Οφθαλμιάτρου σε περιπτώσεις μακροπρολακτινωμάτων που μπορεί να πιέσουν το οπτικό χίασμα.

Πώς παρακολουθείται μέσα στην εγκυμοσύνη;

Σε ασθενή με μικροπρολακτίνωμα διακόπτεται η αγωγή με φάρμακα, αν και τα δεδομένα είναι σχετικά λίγα για να υποστηριχθεί αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών ή αποβολών. Επειδή τα μικροπρολακτινώματα δεν αυξάνουν σε μέγεθος κατά τη διάρκεια της κύησης δεν χρειάζεται MRI υπόφυσης, αλλά τακτικός έλεγχος οπτικών πεδίων. Τα επίπεδα της προλακτίνης δεν παρακολουθούνται, γιατί αυξάνονται φυσιολογικά κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε περίπτωση γυναικών με μακροπρολακτίνωμα το οποίο διηθεί γειτονικές δομές ή ξεκινά πίεση στο οπτικό χίασμα ενδείκνυται η συνέχιση της θεραπείας με βρωμοκρυπτίνη. Σε περίπτωση πονοκεφάλων ή διαταραχών όρασης συστήνεται ο έλεγχος με MRI υπόφυσης, χωρίς τη χρήση παραμαγνητικής ουσίας. Διασφηνοειδική εκτομή του αδενώματος έχει ένδειξη όταν απειλείται η όραση ή σε υποφυσιακή αποπληξία.

Κληρονομείται;

Τα περισσότερα προλακτινώματα είναι σποραδικά και δεν κληρονομούνται. Υπάρχουν, όμως, και σπάνιες περιπτώσεις προλακτινωμάτων που δημιουργούνται στα πλαίσια του συνδρόμου πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 1 (MEN 1) και μπορεί να κληρονομηθούν.

Τηλέφωνο

2106985080
6945654202

Διεύθυνση

Λεωφόρος Κηφισίας 62,
Αμπελόκηποι

Ώρες Λειτουργίας

Δευτέρα - Πέμπτη
απογευματινές ώρες, κατόπιν ραντεβού

Επικοινωνήστε μαζί μας