Οστεοπόρωση

Τι είναι η οστεοπόρωση;

Πρόκειται για ένα μεταβολικό νόσημα των οστών που χαρακτηρίζεται από ελάττωση της οστικής μάζας και διαταραγμένη μικρο-αρχιτεκτονική του οστού, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο καταγμάτων.

Πώς διαγιγνώσκεται;

Είναι συνήθως ασυμπτωματική, μέχρι να παρουσιαστούν οι κύριες επιπλοκές της, τα κατάγματα. Στους ασθενείς χωρίς κατάγματα η διάγνωση γίνεται με τον υπολογισμό του καταγματικού κινδύνου, με μέτρηση της οστικής πυκνότητας (DXA) στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στο ισχίο. Από τη μέτρηση υπολογίζεται το T-score, που αποτελεί τον αριθμό των σταθερών αποκλίσεων (SD) της μετρούμενης οστικής πυκνότητας από την αντίστοιχη νεαρών, υγιών ατόμων, του ίδιου φύλου. Με βάση τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, για μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και άνδρες ≥50 ετών:

  • T-score ≤-1 συνεπάγεται φυσιολογική οστική πυκνότητα
  • Τ-score από -1 έως -2,5 υποδηλώνει οστεοπενία
  • T-score ≤-2,5 συμβαδίζει με οστεοπόρωση
  • T-score ≤-2,5 και συνύπαρξη κατάγματος υποδηλώνει σοβαρή ή εγκατεστημένη οστεοπόρωση

Για προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και άνδρες <50 ετών χρησιμοποιείται το Z-score που δηλώνει τον αριθμό σταθερών αποκλίσεων οστικής της πυκνότητας από την αντίστοιχη ατόμων ίδιας ηλικίας και φύλου. Για τη διάγνωση απαιτείται Z-score ≤ -2 και μια επιπλέον ένδειξη μειωμένης οστικής αντοχής, όπως κάταγμα ή νόσος που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.

Είναι μόνιμη ή παροδική;

Ο κίνδυνος κατάγματος που σχετίζεται με οστεοπόρωση μπορεί να ελαττωθεί με θεραπεία. Υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις που η οστεοπόρωση μπορεί να είναι παροδική, όπως η παροδική οστεοπόρωση του ισχίου στην κύηση. Η οστική πυκνότητα και αντοχή μπορεί να ελαττωθούν ξανά, μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Πόσο συχνή είναι;

Το 2000 είχαν καταγραφεί 9 εκατομύρια οστεοπορωτικά κατάγματα και το 34,8% αυτών αφορούσαν σε ευρωπαίους πολίτες. Στις δυτικές κοινωνίες υπολογίζεται ότι το 20% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών έχουν οστεοπόρωση και το 52% χαμηλή οστική πυκνότητα στο ισχίο.

Στους άνδρες ηλικίας >50 ετών η επίπτωση της οστεοπόρωσης υπολογίζεται σε 4-6% και της οστεοπενίας 33-47%.

Στην Ελλάδα παρατηρήθηκε σχεδόν διπλασιασμός της επίπτωσης των καταγμάτων ισχίου από το 1977 έως το 2002 και ήπια μείωση από το 2002 έως το 2007, πιθανώς λόγω αυξημένης επαγρύπνησης. Τα μισά περιστατικά με κατάγματα ισχίου παρατηρούνται σε ηλικίες άνω των 80 ετών.

Τι συμπτώματα προκαλεί;

Είναι συνήθως ασυμπτωματική. Οι πιο συχνές θέσεις εμφάνισης καταγμάτων περιλαμβάνουν τους σπονδύλους, το κάτω τμήμα της κερκίδας, το ισχίο, τα μακρά οστά και τις πλευρές. Τα πιο συνηθισμένα κατάγματα είναι τα σπονδυλικά και οφείλονται σε συμπίεση παρακείμενων σπονδύλων. Μόνο το 30% αυτών προκαλούν πόνο, ενώ τα υπόλοιπα είναι ασυμπτωματικά και πιθανολογούνται λόγω απώλειας ύψους ή κύφωσης.

Πού οφείλεται;

Μπορεί να είναι ιδιοπαθής ή δευτεροπαθής. Τα αίτια δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης μπορεί να είναι:

ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΠΑΘΕΙΕΣ
  1. Υπερκορτιζολαιμία
  2. Υπερθυρεοειδισμός
  3. Υπογοναδισμός
  4. Υπερπρολακτιναιμία
  5. Μεγαλακρία
  6. Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
ΦΑΡΜΑΚΑ
  1. Αντιεπιληπτικά
  2. Γλυκοκορτικοειδή
  3. Θυροξίνη σε δόσεις καταστολής
  4. Αντιπηκτικά (βαρφαρίνη, ηπαρίνη)
  5. GnRH ανάλογα, ανταγωνιστές οιστρογόνων
ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ
  1. Χρόνιες παθήσεις ήπατος
  2. Σύνδρομα δυσαπορρόφησης (κοιλιοκάκη, φλεγμονώδεις νόσοι εντέρου, χειρουργικές επεμβάσεις)
ΑΛΛΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
  1. Έλλειψη βιταμίνης D, αλκοολισμός, χρόνια νεφρική νόσος
  2. Ατελής οστεογένεση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, πολλαπλό μυέλωμα, κατάθλιψη
  3. Ακινητοποίηση, ιδιοπαθής ασβεστιουρία

Υπάρχουν παράγοντες κινδύνου για οστεοπορωτικό κάταγμα;

Είναι η ηλικία, το φύλο (γυναίκες), δείκτης μάζας σώματος (BMI)<20, προηγούμενο ιστορικό με κάταγμα χαμηλής βίας, ιστορικό κατάγματος ισχίου σε γονείς, αγωγή με κορτικοειδή, κάπνισμα, κατάχρηση οινοπνεύματος, νόσος που σχετίζεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας, παράγοντες που οδηγούν σε συχνές πτώσεις.

Πότε πρέπει να υποβάλλεται κάποιος (άνδρας ή γυναίκα) σε μέτρηση οστικής πυκνότητας;

Σύμφωνα με τις Ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες διάγνωσης και θεραπείας τη οστεοπόρωσης, μέτρηση οστικής πυκνότητας συστήνεται σε άτομα με:

ΗΛΙΚΙΑ ≤50 ΕΤΩΝ
  • Κατάγματα χαμηλής βίας
  • Υπογοναδισμό
  • Πρώιμη εμμηνόπαυση
  • Σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • Πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό
  • Λήψη φαρμάκων που σχετίζονται με ελαττωμένη οστική μάζα ή κίνδυνο κατάγματος
  • Παθήσεις που σχετίζονται με ελαττωμένη οστική μάζα ή κίνδυνο κατάγματος (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σύνδρομο Cushing, διαβήτης τύπου 1, σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, λόιμωξη HIV, κά)
ΗΛΙΚΙΑ ΜΕΤΑΞΥ 50 ΚΑΙ 64 ΕΤΩΝ ΚΑΙ
  • Κάταγμα χαμηλής βίας μετά την ηλικία των 40 ετών
  • Κάταγμα ισχίου γονέα
  • Κάταγμα σπονδύλου ή/και οστεοπενία σε ακτινογραφία
  • Σωματικό βάρος<60κγρ ή/και απώλεια σωματικού βάρους >10%, σε ηλικία 25 ετών
  • Κατανάλωση αλκοόλ (>25-30γρ ημερησίως) ή/και κάπνισμα
  • Παθήσεις που σχετίζονται με ελαττωμένη οστική μάζα ή κίνδυνο κατάγματος (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σύνδρομο Cushing, διαβήτης τύπου 1, σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, λοίμωξη HIV, κά)
ΗΛΙΚΙΑ ≥65 ΕΤΩΝ
  • Όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες

Ποια είναι η θεραπεία;

Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείας χορηγούνται φάρμακα, όπως τα διφωσφονικά, η ραλοξιφαίνη, βαζεδοξιφαίνη, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, το ρανελικό στρόντιο, η καλσιτονίνη, η τεριπαρατίδη, αμπαλοπαρατίδη, το denosumab. Καθένα από τα φάρμακα αυτά επιλέγεται με βάση την αντικαταγματική δράση που έχει σε μια ή περισσότερες περιοχές του σκελετού.

Στους άνδρες η θεραπευτική αγωγή περιλαμβάνει διφωσφονικά (αλενδρονάτη, ρισενδρονάτη, παμιδρονάτη, ιβανδρονάτη και ζολενδρονικό οξύ), τεριπαρατίδη. Το denosumab είναι αποτελεσματικό σε άνδρες με οστεοπόρωση που λαμβάνουν θεραπεία καταστολής των ανδρογόνων για μη μεταστατικό καρκίνο του προστάτη.

Σε όλες τις περιπτώσεις χοηρηγείται διαιτητικά ή/και φαρμακευτικά επαρκής ποσότητα ασβεστίου και βιταμίνης D3 και συστήνεται σωματική άσκηση, αποφυγή του καπνίσματος και κατάχρησης αλκοόλ, καθώς και προφύλαξη από τον κίνδυνο πτώσεων.
Η αντιμετώπιση της δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης προϋποθέτει τον έλεγχο και τη θεραπεία της υπεύθυνης νόσου.

Πόσο διαρκεί η θεραπεία της οστεοπόρωσης;

Θεωρητικά θα έπρεπε να χορηγείται εφόρου ζωής, γιατί η διακοπή της επιφέρει απώλεια οστίτη ιστού, περαιτέρω διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού και αύξηση του καταγματικού κινδύνου. Αν η οστική πυκνότητα αυξηθεί σε ασφαλή επίπεδα, η θεραπεία μπορεί να διακοπεί και να παρακολουθείται ο ασθενής κλινικά, καθώς και με μετρήσεις της οστικής πυκνότητας και των δεικτών οστικής εναλλαγής. Συνιστάται η διάρκεια αγωγής με τα φάρμακα να μην υπερβαίνει τα χρονικά όρια που έχουν αποδειχθεί ασφαλή και αποτελεσματικά στις κλινικές μελέτες.

Πώς παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της θεραπείας;

Προτείνεται η μέτρηση της οστικής πυκνότητας κάθε 1-2 έτη με DXA. Αν η οστική μάζα φτάσει σε σταθερή τιμή, τότε η συχνότητα των μετρήσεων μπορεί να μειωθεί.

Κληρονομείται η οστεοπόρωση;

Η κληρονομικότητα, δηλαδή η επιπρόσθετη επίδραση των γονιδίων και των πολυμορφισμών τους, συμμετέχει στο 50-80% της διαφοροποίησης της οστικής μάζας και δομής μεταξύ των ατόμων και συμβάλλει μερικώς στη φαινοτυπική διαφορά του σκελετού που παρατηρείται μεταξύ των φύλων.

Τηλέφωνο

2106985080
6945654202

Διεύθυνση

Λεωφόρος Κηφισίας 62,
Αμπελόκηποι

Ώρες Λειτουργίας

Δευτέρα - Πέμπτη
απογευματινές ώρες, κατόπιν ραντεβού

Επικοινωνήστε μαζί μας